Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009
Λίγο χρόνο θέλω
Είναι ο σφυγμός που χτυπά ασταμάτητα μέσα στο μυαλό του. Προσπαθεί να τον αγνοήσει. Διαβάζει, γράφει, πίνει, κουβεντιάζει, οτιδήποτε για να τον αποσπάσει από αυτό τον ρυθμό. Αλλά επιμένει, ο σφυγμός τον ακολουθεί. Οπουδήποτε, οποτεδήποτε... είναι πάντα παρόν.
Δεν υπάρχει κενός χρόνος. Υπάρχουν υποχρεώσεις τώρα. Θα υπάρξουν κι άλλες υποχρεώσεις σύντομα. Κάθε στιγμή είναι χρόνος που κυλάει, χαμένος χρόνος. Στην εργασία, στο μεσημεριανό γεύμα, το απόγευμα στο σπίτι ακόμα και στο κρεβάτι με τη σύζυγό του... το μυαλό του περιπλανιέται. Τι ώρα είναι; Πόσα λεπτά έχει ακόμα; Πρέπει να κοιτάξει το ρολόι.
Βάζει το ξυπνητήρι στις 5:00 επτά μέρες την βδομάδα αν και δεν το χρειάζεται. Ακόμη και τις Κυριακές τα μάτια του ανοίγουν αντανακλαστικά από τις 4:50. Είναι ο εσωτερικός σφυγμός που τον ξυπνά. Το σώμα του ξέρει απλά ότι είναι ώρα. Ώρα για δουλειά, ώρα για δράση. Πάντα είναι ώρα να γίνει κάτι.
Το ρολόι δείχνει 4:00... τώρα 4:01. Όχι, όχι ακόμα! Είναι ακόμα πάρα πολύ νωρίς. Μια περισσότερη ώρα του ύπνου... μια περισσότερη ώρα ησυχίας.
Καθώς κατευθύνεται προς τη δουλειά, μια αντίστροφη μέτρηση παίζει στο μυαλό του. 33 λεπτά προτού να φθάσει στο γραφείο. 2 ώρες και 48 λεπτά πριν από την εβδομαδιαία σύσκεψη. 5 ημέρες, 4 ώρες και 15 λεπτά πριν από την εξαμηνιαία αναθεώρησή. 1 μήνας, 2 εβδομάδες, 3 ημέρες, 12 ώρες και 30 λεπτά πριν ξεκινήσουν οι διακοπές του.
Και καθώς το υπερφορτωμένο μυαλό του αρχίζει να σκέφτεται, αναρωτιέται για το πώς θα ήταν η ζωή του αν μπορούσε να τα σταματήσει όλα αυτά… εάν σταματούσε το εσωτερικό ρολόι και μπορούσε να ζήσει όπως θέλει.
Κατευθύνεται στο πάρκινγκ της εταιρίας ακριβώς στις 7:00, μπαίνει στο γραφείο του και ανοίγει το ημερολόγιο στο γραφείο του. Μετά κάθεται σκυφτός στο γραφείο, κλείνει τα μάτια του και ακουμπάει το μέτωπο στα χέρια του. Συντετριμμένος, ανήσυχος, παγιδευμένος... αλλά συνειδητοποιημένος για αυτό που πρέπει να γίνει.
Χαμηλώνει αργά τα χέρια του, ανοίγει τα μάτια του. Μια ακόμα ημέρα ξεκίνησε.
Τρίτη 10 Μαρτίου 2009
Πρώην μεγαλοστελέχη σε δουλειές επιβίωσης
Μια από τις άγνωστες πτυχές της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης είναι η καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Στις ΗΠΑ - όπου η ανεργία σκαρφαλώνει στο 8,1%, στο υψηλότερο ποσοστό της τελευταίας 25ετίας -, πληθαίνουν οι ιστορίες ανθρώπων που ενώ πριν λίγο καιρό ήταν μεγαλοστελέχη επιχειρήσεων, σήμερα καθαρίζουν τουαλέτες…
Όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα των New York Times που αναδημοσιεύεται στα Νέα, αντιπρόεδροι μεγάλων εταιρειών, αρχιτέκτονες, στελέχη επιχειρήσεων ΜΜΕ καθαρίζουν σήμερα γραφεία, σηκώνουν τηλέφωνα και κάνουν κακοπληρωμένες δουλειές μερικής απασχόλησης προκειμένου να επιβιώσουν.
Από 70.000 δολάρια το μήνα σε 12 δολάρια την ώρα
Ο 52χρονος Μαρκ Κούπερ από την Αριζόνα αρχίζει την ημέρα του στη δουλειά καθαρίζοντας τα πόμολα των γραφείων ενός κτιρίου, αφού πρώτα ξεσκονίσει και σφουγγαρίσει τον διάδρομο. Πριν από 9 μήνες έχασε τη δουλειά του ως υπεύθυνος ασφαλείας μιας από τις 500 μεγαλύτερες εταιρείες των ΗΠΑ. Διαχειριζόταν έναν προϋπολογισμό ύψους 1,2 εκατ. δολαρίων και ο μισθός του ξεπερνούσε τις 70.000 δολάρια ετησίως (περίπου 4.600 ευρώ τον μήνα). Τώρα είναι ευγνώμων που μπορεί να κερδίζει 12 δολάρια την ώρα σε μια «δουλειά επιβίωσης» στην οποία τον προσέλαβε ένας φίλος του που έχει συνεργεία καθαρισμού.
«Πρέπει να καταπολεμώ καθημερινά την απόγνωση, την απογοήτευση, την κατάθλιψη» λέει ο Κούπερ, ο οποίος εργάζεται 5 ημέρες την εβδομάδα από τις 9 το πρωί έως τις 6 το απόγευμα, και αυτήν τη στιγμή δεν καταγράφεται ως άνεργος. Όμως η πτώση του στην οικονομική κλίμακα είναι μία από τις πιο ανησυχητικές και συχνά κρυφές πτυχές της κρίσης. Αυτήν τη στιγμή δεν είναι ξεκάθαρο πόσοι επαγγελματίες όπως ο Κούπερ έχουν αναγκαστεί να καταφύγουν σε τέτοιες δυσεύρετες δουλειές με πολύ λίγα χρήματα.
Περίπου 1,7 εκατ. Αμερικανοί καταγράφηκαν ως εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης τον Φεβρουάριο επειδή δεν μπορούσαν να βρουν πλήρη απασχόληση- αύξηση 40% σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2007, όταν άρχισε η ύφεση.
Οι ειδικοί συμφωνούν ότι όσο διαρκεί η οικονομική κρίση και μόλις σταματήσουν τα επιδόματα ανεργίας, η περίπτωση του Μαρκ Κούπερ θα γίνει πλέον κανόνας. Και όπως λέει ο Κούπερ «η ψυχολογική προσαρμογή είναι εξίσου δύσκολη με την οικονομική, καθώς η αίσθηση της προσωπικής αξίας χάνεται. Η αλλαγή δεν επηρεάζει μόνο το πορτοφόλι αλλά και την ψυχή».
Η δεινή οικονομική κατάσταση είναι που αναγκάζει τον Κούπερ να ξυπνά κάθε πρωί στις 4 στο σπίτι του στην Αριζόνα και αφότου προσευχηθεί να αφιερώνει δύο ώρες σε αναζήτηση δουλειάς στο Ίντερνετ, τηλεφωνήματα και αποστολή βιογραφικών. «Μερικές φορές δεν αντέχω και ξεσπάω σε κλάματα», λέει. «Σκέφτομαι, κοίτα πού κατάντησα». Όμως η σύζυγός του, που παραδέχεται ότι αρχικά ντρεπόταν για τη δουλειά του, διευκρινίζει ότι τώρα αισθάνεται πιο καλά. «Δεν υπάρχει καμία ντροπή», τονίζει. «Είμαι περήφανη για τον άνδρα μου, για το ότι κάνει ό,τι μπορεί και ό,τι χρειάζεται προκειμένου να προσφέρει στην οικογένειά του. Ακόμα και εάν είναι να σκουπίζει πατώματα και να καθαρίζει τουαλέτες».
«Είναι χειρότερο και από τον θάνατο της μάνας μου»
«Είναι σαν να ξεφλουδίζεις ένα σάπιο κρεμμύδι», λέει η Αμ Αρλτ από το Τενεσί, που πρόσφατα άρχισε να δουλεύει στην εξυπηρέτηση πελατών μιας διαδικτυακής υπηρεσίας έπειτα από 20 χρόνια ως στέλεχος μεγάλων εταιρειών ΜΜΕ. «Με κάθε στρώμα που ξεφλουδίζεις, ανακαλύπτεις κάτι καινούργιο για τον εαυτό σου. Πρέπει να προσαρμοστείς, θέλεις δεν θέλεις».
Όταν η 53χρονη Αρλτ έκανε αίτηση για τη δουλειά έστειλε ένα ταπεινό βιογραφικό στο οποίο δεν ανέφερε την 20χρονη πείρα της, ούτε το γεγονός ότι είχε φθάσει να γίνει αντιπρόεδρος σε μια μεγάλη επιχείρηση με μισθό 165.000 δολάρια τον χρόνο. Στη νέα της εργασία κερδίζει 10-15 δολάρια την ώρα. Παρ΄ ότι έχει χάσει κάποιους φίλους επειδή δεν ανήκει πλέον στον κοινωνικό τους κύκλο, η Αρλτ λέει ότι είναι χαρούμενη που πλέον δεν κάθεται σπίτι να σκέφτεται: «Γιατί δεν μου τηλεφώνησαν σήμερα;».
Ο καινούργιος της μισθός καλύπτει τις δόσεις της υποθήκης του σπιτιού αλλά όχι και τις άλλες υποχρεώσεις της. Πρόσφατα απέσυρε όλα τα χρήματα από τη συνταξιοδοτική της ασφάλιση- 17.000 δολάρια. «Αυτό που ζω είναι το πιο σκληρό πράγμα που έχω βιώσει στη ζωή μου», λέει. «Είναι πιο σκληρό από το διαζύγιό μου, χειρότερο ακόμα και από τον θάνατο της μάνας μου».
Δύσκολο να κρατήσεις μια δουλειά έστω και κακοπληρωμένη
O 51χρονος Τζον Έλερ, από τη Μοντάνα, ήταν μέχρι το 2002 διευθυντής στην τηλεφωνική εταιρεία Sprint, κέρδιζε 150.000 δολάρια τον χρόνο και ήταν υπεύθυνος για 7.000 εργαζομένους. Έναν χρόνο αργότερα βρήκε άλλη δουλειά, με τα μισά λεφτά ως επικεφαλής τηλεφωνικού κέντρου στο Νιου Τζέρσι. Έπειτα από δύο χρόνια η εταιρεία έκλεισε και έμεινε άνεργος για έναν χρόνο πριν ξεκινήσει να δουλεύει για μια παρόμοια επιχείρηση.
Έπειτα από έναν χρόνο έκλεισε και αυτή και δεν έβρισκε εργασία για αρκετούς μήνες. Τον Ιούλιο του 2007 άρχισε να εργάζεται ως φούρναρης για 10 δολάρια την ώρα. Τον απέλυσαν τον προηγούμενο Οκτώβριο λόγω περικοπών. Βρήκε νέα «δουλειά επιβίωσης» ως υπεύθυνος της νυχτερινής βάρδιας. Με μισθό 34.000 δολάρια τον χρόνο και 8 παιδιά, η οικογένεια ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας.
Ο Έλερ δεν έχει κατορθώσει να πληρώσει τις δόσεις του στεγαστικού δανείου εδώ και 6 μήνες και η τράπεζα απειλεί με κατάσχεση. «Σπάω το κεφάλι μου να βρω τρόπους να κερδίσω χρήματα», λέει απελπισμένος. «Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω...».
http://cosmo.gr/News/USA/232890.html
Όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα των New York Times που αναδημοσιεύεται στα Νέα, αντιπρόεδροι μεγάλων εταιρειών, αρχιτέκτονες, στελέχη επιχειρήσεων ΜΜΕ καθαρίζουν σήμερα γραφεία, σηκώνουν τηλέφωνα και κάνουν κακοπληρωμένες δουλειές μερικής απασχόλησης προκειμένου να επιβιώσουν.
Από 70.000 δολάρια το μήνα σε 12 δολάρια την ώρα
Ο 52χρονος Μαρκ Κούπερ από την Αριζόνα αρχίζει την ημέρα του στη δουλειά καθαρίζοντας τα πόμολα των γραφείων ενός κτιρίου, αφού πρώτα ξεσκονίσει και σφουγγαρίσει τον διάδρομο. Πριν από 9 μήνες έχασε τη δουλειά του ως υπεύθυνος ασφαλείας μιας από τις 500 μεγαλύτερες εταιρείες των ΗΠΑ. Διαχειριζόταν έναν προϋπολογισμό ύψους 1,2 εκατ. δολαρίων και ο μισθός του ξεπερνούσε τις 70.000 δολάρια ετησίως (περίπου 4.600 ευρώ τον μήνα). Τώρα είναι ευγνώμων που μπορεί να κερδίζει 12 δολάρια την ώρα σε μια «δουλειά επιβίωσης» στην οποία τον προσέλαβε ένας φίλος του που έχει συνεργεία καθαρισμού.
«Πρέπει να καταπολεμώ καθημερινά την απόγνωση, την απογοήτευση, την κατάθλιψη» λέει ο Κούπερ, ο οποίος εργάζεται 5 ημέρες την εβδομάδα από τις 9 το πρωί έως τις 6 το απόγευμα, και αυτήν τη στιγμή δεν καταγράφεται ως άνεργος. Όμως η πτώση του στην οικονομική κλίμακα είναι μία από τις πιο ανησυχητικές και συχνά κρυφές πτυχές της κρίσης. Αυτήν τη στιγμή δεν είναι ξεκάθαρο πόσοι επαγγελματίες όπως ο Κούπερ έχουν αναγκαστεί να καταφύγουν σε τέτοιες δυσεύρετες δουλειές με πολύ λίγα χρήματα.
Περίπου 1,7 εκατ. Αμερικανοί καταγράφηκαν ως εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης τον Φεβρουάριο επειδή δεν μπορούσαν να βρουν πλήρη απασχόληση- αύξηση 40% σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2007, όταν άρχισε η ύφεση.
Οι ειδικοί συμφωνούν ότι όσο διαρκεί η οικονομική κρίση και μόλις σταματήσουν τα επιδόματα ανεργίας, η περίπτωση του Μαρκ Κούπερ θα γίνει πλέον κανόνας. Και όπως λέει ο Κούπερ «η ψυχολογική προσαρμογή είναι εξίσου δύσκολη με την οικονομική, καθώς η αίσθηση της προσωπικής αξίας χάνεται. Η αλλαγή δεν επηρεάζει μόνο το πορτοφόλι αλλά και την ψυχή».
Η δεινή οικονομική κατάσταση είναι που αναγκάζει τον Κούπερ να ξυπνά κάθε πρωί στις 4 στο σπίτι του στην Αριζόνα και αφότου προσευχηθεί να αφιερώνει δύο ώρες σε αναζήτηση δουλειάς στο Ίντερνετ, τηλεφωνήματα και αποστολή βιογραφικών. «Μερικές φορές δεν αντέχω και ξεσπάω σε κλάματα», λέει. «Σκέφτομαι, κοίτα πού κατάντησα». Όμως η σύζυγός του, που παραδέχεται ότι αρχικά ντρεπόταν για τη δουλειά του, διευκρινίζει ότι τώρα αισθάνεται πιο καλά. «Δεν υπάρχει καμία ντροπή», τονίζει. «Είμαι περήφανη για τον άνδρα μου, για το ότι κάνει ό,τι μπορεί και ό,τι χρειάζεται προκειμένου να προσφέρει στην οικογένειά του. Ακόμα και εάν είναι να σκουπίζει πατώματα και να καθαρίζει τουαλέτες».
«Είναι χειρότερο και από τον θάνατο της μάνας μου»
«Είναι σαν να ξεφλουδίζεις ένα σάπιο κρεμμύδι», λέει η Αμ Αρλτ από το Τενεσί, που πρόσφατα άρχισε να δουλεύει στην εξυπηρέτηση πελατών μιας διαδικτυακής υπηρεσίας έπειτα από 20 χρόνια ως στέλεχος μεγάλων εταιρειών ΜΜΕ. «Με κάθε στρώμα που ξεφλουδίζεις, ανακαλύπτεις κάτι καινούργιο για τον εαυτό σου. Πρέπει να προσαρμοστείς, θέλεις δεν θέλεις».
Όταν η 53χρονη Αρλτ έκανε αίτηση για τη δουλειά έστειλε ένα ταπεινό βιογραφικό στο οποίο δεν ανέφερε την 20χρονη πείρα της, ούτε το γεγονός ότι είχε φθάσει να γίνει αντιπρόεδρος σε μια μεγάλη επιχείρηση με μισθό 165.000 δολάρια τον χρόνο. Στη νέα της εργασία κερδίζει 10-15 δολάρια την ώρα. Παρ΄ ότι έχει χάσει κάποιους φίλους επειδή δεν ανήκει πλέον στον κοινωνικό τους κύκλο, η Αρλτ λέει ότι είναι χαρούμενη που πλέον δεν κάθεται σπίτι να σκέφτεται: «Γιατί δεν μου τηλεφώνησαν σήμερα;».
Ο καινούργιος της μισθός καλύπτει τις δόσεις της υποθήκης του σπιτιού αλλά όχι και τις άλλες υποχρεώσεις της. Πρόσφατα απέσυρε όλα τα χρήματα από τη συνταξιοδοτική της ασφάλιση- 17.000 δολάρια. «Αυτό που ζω είναι το πιο σκληρό πράγμα που έχω βιώσει στη ζωή μου», λέει. «Είναι πιο σκληρό από το διαζύγιό μου, χειρότερο ακόμα και από τον θάνατο της μάνας μου».
Δύσκολο να κρατήσεις μια δουλειά έστω και κακοπληρωμένη
O 51χρονος Τζον Έλερ, από τη Μοντάνα, ήταν μέχρι το 2002 διευθυντής στην τηλεφωνική εταιρεία Sprint, κέρδιζε 150.000 δολάρια τον χρόνο και ήταν υπεύθυνος για 7.000 εργαζομένους. Έναν χρόνο αργότερα βρήκε άλλη δουλειά, με τα μισά λεφτά ως επικεφαλής τηλεφωνικού κέντρου στο Νιου Τζέρσι. Έπειτα από δύο χρόνια η εταιρεία έκλεισε και έμεινε άνεργος για έναν χρόνο πριν ξεκινήσει να δουλεύει για μια παρόμοια επιχείρηση.
Έπειτα από έναν χρόνο έκλεισε και αυτή και δεν έβρισκε εργασία για αρκετούς μήνες. Τον Ιούλιο του 2007 άρχισε να εργάζεται ως φούρναρης για 10 δολάρια την ώρα. Τον απέλυσαν τον προηγούμενο Οκτώβριο λόγω περικοπών. Βρήκε νέα «δουλειά επιβίωσης» ως υπεύθυνος της νυχτερινής βάρδιας. Με μισθό 34.000 δολάρια τον χρόνο και 8 παιδιά, η οικογένεια ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας.
Ο Έλερ δεν έχει κατορθώσει να πληρώσει τις δόσεις του στεγαστικού δανείου εδώ και 6 μήνες και η τράπεζα απειλεί με κατάσχεση. «Σπάω το κεφάλι μου να βρω τρόπους να κερδίσω χρήματα», λέει απελπισμένος. «Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω...».
http://cosmo.gr/News/USA/232890.html
Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009
Βranding, Η ιστορία του τζιν των 800$
Πρόσεξα πρόσφατα μια παρουσίαση που δόθηκε από έναν δημοσιογράφο (Benjamin Wallace) που είχε ρίξει μια εκτενή ματιά στο τρόπο με τον οποίο ψωνίζουν οι άνθρωποι, τι αγοράζουν, γιατί αγοράζουν, πόσο ξοδεύουν και γιατί μερικοί άνθρωποι είναι έτοιμοι να πληρώσουν τεράστια χρηματικά ποσά για τις διάσημες μάρκες αντικειμένων καθημερινής χρήσης (τζινς, κρασιά, λάδι, καφές).
Η συζήτησή του ήταν ουσιαστικά μια εξερεύνηση στην ψυχολογία των αγορών. Γέλασα δεδομένου ότι (ο δημοσιογράφος) εξέφρασε την απογοήτευσή του στην δοκιμή ενός ζευγαριού $800 τζιν που φαινόταν, το αισθανόταν και συμπεριφερόταν όπως και το αξίας $50 τζιν του. Όχι μόνο δεν υπήρξε καμία ευδιάκριτη διαφορά, αλλά κατά τη διάρκεια μιας ολόκληρης εβδομάδας φορώντας το καινούριο ακριβό παντελόνι, ούτε ένα άτομο δεν τον επαίνεσε στο πόσο καταπληκτικό φαινόταν. «Τότε, ποιο το νόημα?», ρώτησε.
Ξέρω το συναίσθημα
Αναγνώρισα τον εαυτό μου σε αυτή την ιστορία επειδή μου δόθηκε ένα ακριβό τζιν για δώρο γενεθλίων μερικά χρόνια πριν. Ενώ εκτίμησα το δώρο και το φόρεσα με ευγνωμοσύνη, δεν είχα καμία ιδέα ότι ήταν ακριβό έως ότου είδε κάποιος (μερικούς μήνες αργότερα) την ετικέτα και με επαίνεσε που είχα ένα τζιν της συγκεκριμένης εταιρίας. Έμεινα έκπληκτος όταν διαπίστωσα ότι το συγκεκριμένο τζιν θα μπορούσε να φανεί εντυπωσιακό σε κάποιον. Για μένα, ήταν απλά ένα από τα πέντε που είχα. Όχι καλύτερα ή χειρότερα από οποιαδήποτε από τα υπόλοιπα ($50) τζιν μου.
Ποια λογική;
Ενδιαφέρθηκα ιδιαίτερα για την επόμενη έκθεση και μελέτη του Wallace δεδομένου ότι με έλκει ιδιαίτερα αυτός ο τομέας: η αξία που τοποθετούμε στις ετικέτες. Έχοντας εργαστεί σε μια ευρεία κοινωνικοοικονομική κατανομή ανθρώπων πάνω από δυόμιση δεκαετίες είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τη "συμπεριφορά αγορών" και τη λογική πίσω από αυτές τις αγορές από πρώτο χέρι.
Όπως τον πελάτη μου που δεν θα αγόραζε ποτέ ένα ζευγάρι παπουτσιών εκτός αν δεν κόστιζαν τουλάχιστον χίλια δολάρια επειδή «δεν έχουν αξία διαφορετικά» Ή ο σαράντα-κάτι τύπος που αγόρασε μια μεγάλης ισχύος μοτοσικλέτα Ducati ακόμα κι αν ήταν εντελώς αρχάριος χωρίς την εμπειρία ή τις δεξιότητες οδήγησης. Όταν τον συμβούλεψα (ένας πεπειραμένος μοτοσυκλετιστής) να αγοράσει μια διαφορετική (φτηνότερη, ασφαλέστερη, πιό αργή, πιό κατάλληλη για αρχάριους) μηχανή, δεν θέλησε να ακούσει. Ενδιαφέρθηκε μόνο για την εμφάνιση και την μάρκα, ήθελε να είναι ιδιοκτήτης Ducati.
300 Χιλιόμετρα... αργότερα
Όταν πήρε την μοτοσυκλέτα τρομοκρατήθηκε επειδή δεν μπόρεσε να την οδηγήσει, όπως προέβλεψα. Έπρεπε να την οδηγήσω εγώ στο σπίτι του από τον αντιπρόσωπο. Την οδήγησε τρεις φορές (σε ένα έτος), έκαλε 300 χιλιόμετρα στο κοντέρ και την πούλησε έπειτα για $9.000 λιγότερο από την τιμή αγοράς. Ήταν ερωτευμένος με το όνειρο «μιας Ducati» αλλά όχι και με την πρακτική χρησιμότητα της. Είχε αγοράσει μια εικόνα, μια ιδέα, ένα εμπορικό σήμα. Μια αυταπάτη. Και όπως και πολλοί από εμάς κάνουν κατά διαστήματα, άφησε το «εγώ» του να υπαγορεύσει τις συμπεριφορές του και να σπαταλήσει τα χρήματά του. Θέλησε να είναι ιδιοκτήτης και αναβάτης Ducati τόσο πολύ, ώστε τα συναισθήματα του (η ανάγκη να φαίνεται cool, δημοφιλής, επιθυμητός, σεβαστός, αρρενωπός) προσωρινά επισκίασε τη νοημοσύνη, την κοινή αίσθηση, το φόβο του και την προφανή έλλειψή του δυνατότητας οδήγησης.
Τρέλα ετικετών
Οι άνθρωποι που ψωνίζουν για συγκεκριμένες ετικέτες και εμπορικά σήματα παρά no name προϊόντα που θα χρησιμεύσουν κάπου ή θα ικανοποιήσουν μια ανάγκη, πάντε με προκαλούσαν. Δεν είναι κάτι το συνταρακτικό, να ακούς ότι μερικοί άνθρωποι αφιερώνονται, εάν δεν είναι ολοκληρωτικά εθισμένοι, στην κατοχή εμπορικών σημάτων - και όχι λόγω του πραγματικού προϊόντος, αλλά λόγω του αντιληπτού γοήτρου (αποδοχή, αναγνώριση, δημοτικότητα) που προέρχεται από την ιδιοκτησία, φορώντας, πίνοντας, οδηγώντας αυτό το συγκεκριμένο εμπορικό σήμα. Δεν με πιστεύετε; Κάντε παρέα με μερικούς εφήβους για μια στιγμή και δείτε τι σημαίνει να έχεις τα κατάλληλα παπούτσια, τζιν, MP3 , κινητά, κ.λ.π.
Μια υπόθεση:
Φανταστείτε εάν εσείς κι εγώ παίρναμε την τελευταία και ακυκλοφόρητη, BMW coupe των $100.000 και αλλάζαμε το σήμα ως Hyundai πριν την παρουσίαση του στην αγορά. Όχι μόνο εμείς το βαφτίσαμε ως Hyundai αλλά μειώνουμε επίσης την τιμή κατά 40%, έτσι τώρα έχουμε μια BMW αξίας $100.000 να πωλείται για $60.000 υπό το σήμα της Hyundai. Έτσι το ακριβώς ίδιο αυτοκίνητο (μηχανή, τεχνολογία, εσωτερικό, εξωτερικό, απόδοση, ποιότητα) που θα είχε τρελές πωλήσει ως ακριβή BMW προσφέρεται τώρα στους ίδιους πιθανούς αγοραστές λίγο πάνω από την μισή τιμή - ως μικρότερου πρεστίζ και λιγότερο επιθυμητό εμπορικό σήμα. Φυσικά δεν μπορούμε να πούμε οπωσδήποτε τι θα συνέβαινε, αλλά έχω μια εντύπωση ότι θα συμφωνήσετε.
1. Οι περισσότεροι αγοραστές της BMW ούτε καν θα σκεφτούν να εξετάσουν το νέο προϊόν της «Hyundai»- ακόμα κι αν παρουσιαστεί με τις καλύτερες κριτικές. Θα αφήσουν τα συναισθήματά τους να κυριαρχήσουν έναντι των γεγονότων: το γεγονός ότι είναι πραγματική BMW σε όλα, εκτός από το διακριτικό στο καπό. Η προκατάληψή τους ενάντια στα μικρότερου πρεστίζ εμπορικά σήματα δεν θα τους επιτρέψει ούτε καν να μπουν σε μια αίθουσα εκθέσεως της Hyundai και το εγώ τους δεν θα επιτρέψει στους ίδιους να γλιτώσουν $40.000. Θα προτιμούσαν να πληρώσουν $100.000 για το ΙΔΙΟ προϊόν, προκειμένου να μπορούν οι άλλοι να τους δουν να οδηγούν ένα Beemer (σ.σ. το σήμα της BMW). Το «εγώ» είναι πολύ ισχυρό και το απέδειξε μέσα από το μάρκετινγκ τα τελευταία χρόνια.
2. Οι περισσότεροι γενικοί αγοραστές νέων αυτοκινήτων δεν θα εκτιμήσουν τη νέα δίπορτη Hyundai των $60.000 επειδή αντιλαμβάνονται ότι είναι πολύ για εκείνο το εμπορικό σήμα. Ανεξαρτήτως από το πόσο καλό είναι το πραγματικό προϊόν (αυτοκίνητο), με αποτέλεσμα, η μετονομασία της BMW να μην πουλήσει ιδιαίτερα και να αποσυρθεί δια παντώς μέσα σε δύο έτη από την κυκλοφορία της. Συνεπώς, μια γενιά αγοραστών αυτοκινήτων θα χάσει την αυτοκινητιστική ευκαιρία της δεκαετίας λόγω της προκατάληψης, της ηλιθιότητας και του «εγώ».
Συναισθηματικοί αγοραστές
Φυσικά, δεν είναι καμία αποκάλυψη να σας πω ότι στο θέμα του πώς και που ξοδεύουμε τα χρήματά μας, είμαστε συχνά συναισθηματικά και παράλογα όντα.
Και ναι, οι εμπορικοί και οι γκουρού του μάρκετινγκ έχουν ωφεληθεί από αυτό, και έχουν εφαρμόσει αυτήν την γνώση για χρόνια. Είναι ο στόχος τους να προκαλέσουν μια συναισθηματική απόκριση (αίσθημα, αντίδραση, απόφαση) από σας και μένα έτσι ώστε να αγοράσουμε, ανεξαρτήτως αν το χρειαζόμαστε ή το πόσο κάνει αυτό που πουλάνε. Σε αυτούς, η κοινή λογική είναι ο εχθρός, εκείνο το οποίο μας λένε πάντα είναι ότι «αξίζουμε» το προϊόν τους. Φυσικά δεν χρειαζόμαστε πραγματικά μια επίπεδη τηλεόραση τετρακόσιων ιντσών, αλλά όπως αρκετά σωστά επισημαίνουν, εσείς και έχουμε εργαστεί απίστευτα σκληρά πρόσφατα και γιατί δεν πρέπει εμείς να ανταμειφθούμε με μια γελοιοδώς μεγάλη TV; Φανταστείτε πόσο καλύτερες θα γίνουν οι ζωές μας όταν αφαιρέσουμε αυτό το κακομαθημένο παιδί από μέσα μας. Κοιτάξτε το ζευγάρι της διαφήμισης... αυτοί φαίνονται πολύ ευτυχείς.
Πίσω στην παρουσίαση...
Κατά τη διάρκεια της παρουσίασής του, ο Wallace μίλησε για μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε στο πανεπιστήμιο του Stanford στις αρχές του 2008, όπου μια ομάδα παρατηρητών εξέτασε δύο διαφορετικά κρασιά, ένα φτηνότερο κρασί (μπουκάλι $20) και ένα ακριβότερο κρασί (πάνω από $100). Εξέθεσαν έπειτα την άποψη τους στους ερευνητές. Για αυτήν την μελέτη οι συμμετέχοντες ήξεραν την αξία για κάθε ένα από τα κρασιά και όπως περιμένετε, η μεγάλη πλειοψηφία σημείωσε το ακριβό κρασί με τον υψηλότερο βαθμό, από άποψη προτίμησης και ευχαρίστησης, ενώ το φτηνό κρασί βρέθηκε στο τέλος της κλίμακας. Προκειμένου να κατασταθεί η μελέτη ακόμα πιο επιστημονικά έγκυρη και αντικειμενική, οι ερευνητές τοποθέτησαν MRIs στους συμμετέχοντες που μπορούν να διακρίνουν αν η αντιληπτή απόλαυση (κάθε κρασιού τους) συσχετίστηκε με αυτό που συνέβαινε φυσιολογικά στον εγκέφαλό τους. Και μαντέψτε, το κρασί που αντιλήφθηκαν ως το καλύτερο τους δημιούργησε πραγματικά μια παρατηρήσιμη απόκριση ευχαρίστησης στον εγκέφαλό τους. Και φυσικά, το φτηνό κρασί παρουσίασε το αντίθετο. Τώρα, όλα εκείνα τα αποτελέσματα είναι ενδιαφέροντα αλλά αυτό που συναρπάζει είναι ότι τα δύο κρασιά (φτηνό και ακριβό) ήταν .... πραγματικά το ίδιο κρασί. Δεν υπήρξε κάποιο φτηνό ή ακριβό κρασί, ήταν και τα δυο ένα σχετικά φτηνό κρασί.
Συμπεράσματα
Αυτό ακριβώς, όχι μόνο έχουμε την ικανότητα να δημιουργήσουμε την ευχαρίστηση και τον πόνο μας αλλά έχουμε επίσης τη δυνατότητα (μέσω των σκέψεων, των πεποιθήσεων και των προσδοκιών μας) να δημιουργήσουμε σημαντικές βιοχημικές αλλαγές στον εγκέφαλό μας. Με άλλα λόγια, μπορούμε να δημιουργήσουμε την ευχαρίστηση. Ή την δυστυχία. Κυριολεκτικά. Οι πεποιθήσεις μας δημιουργούν την πραγματικότητά μας - ακόμα και όταν έρχεται με την δοκιμή ενός φτηνού κρασιού.
Τότε γιατί (μερικοί) οι άνθρωποι το κάνουν;
Οι περισσότεροι από μας έχουν μια προτίμηση για ορισμένες ετικέτες ή εμπορικά σήματα λόγω της θετικής εμπειρίας που είχαμε με τα ιδιαίτερα προϊόντα κατά τη διάρκεια των ετών - αυτό κατανοητό, αλλά δεν είναι αυτό για το οποίο γράφω σήμερα. Όχι, μιλώ για τους ανθρώπους που έχουν μια παράλογη επιθυμία να είναι κύριοι συγκεκριμένων ετικετών. Μιλώ για τους ανθρώπους που δεν θα εξετάσουν ακόμη και μια άλλη, λιγότερο-ακριβή ετικέτα - ακόμα κι αν εκείνη η ετικέτα είναι συγκρίσιμης ή ίδιας ποιότητας με την επιθυμητή ετικέτα. Μιλώ για τους ανθρώπους που αγαπούν να τους βλέπουν να πίνουν ακριβό κρασί, ακόμα και όταν είναι αίσχος Και μιλώ για το άτομο που βάζει τον εαυτό του κάτω από οικονομική πίεση να αγοραστεί το αυτοκίνητο που πραγματικά δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά και σίγουρα δεν χρειάζονται.
Σε κάποιο επίπεδο, οι αγοραστές ετικετών θεωρούν ότι η ιδιοκτησία ενός ιδιαίτερου προϊόντος θα ικανοποιήσει κάποια ανάγκη τους. Και είναι σωστοί. Για μια ημέρα. Επειδή περί αυτού πρόκειται, πόσο θα κρατήσει προτού να πρέπει να ψωνίσουν πάλι. Παραδόξως, εκείνα τα τζιν των $800 δεν θα οδηγήσουν στο ισόβιο νιρβάνα ή την καθολική έγκριση ή την αποδοχή. Παρεπιπτόντως η ανάγκη που έχουν είναι συναισθηματική, μη πρακτική. Κανένας δεν χρειάζεται τα παπούτσια χιλίων δολαρίων (συν), αλλά οι άνθρωποι θέλουν να συνδεθούν με ορισμένες ετικέτες επειδή έμαθαν ότι η ιδιοκτησία των εν λόγω ετικετών θα φέρει την προσοχή, την έγκριση και την αποδοχή την οποία κυνηγούν.
Το Γιατί πίσω από Τι
Έτσι καταλήγουμε στο γιατί πίσω από το τι. Αυτό που θέλουν είναι το εμπορικό σήμα αλλά γιατί το θέλουν είναι το κλειδί του παζλ. Συνειδητά ή όχι, πολλοί άνθρωποι δεν θεωρούν ότι είναι αρκετά καλοί - δηλαδή αρκετά έξυπνοι, αρκετά όμορφοι, αρκετά επιθυμητοί, αρκετά αδύνατοι ή αρκετά ενδιαφέροντες. Και σαν αποτέλεσμα θα προσπαθήσουν να επανορθώσουν για αυτές τις αδυναμίες τους με υλικά αγαθά προκειμένου να εντυπωσιάσουν τους υπόλοιπους"Θα με συμπαθήσουν περισσότερο εάν οδηγώ αυτό το αυτοκίνητο, φορώ αυτά τα ενδύματα, ζω σε εκείνο το σπίτι ή έχω εκείνη την συσκευή."
Κυριακή 1 Μαρτίου 2009
Η θεωρία των 10.000 ωρών
Εδώ και αρκετό καιρό κυκλοφορεί στο ίντερνετ η θεωρία που αναπτύσσει ο Malcolm Gladwell στο βιβλίο του “Outliers” για τον κανόνα των 10.000 ωρών. Στο βιβλίο αυτό ο Malcolm ξεκαθαρίζει ότι για να γίνεις επιτυχημένος σε οποιοδήποτε τομέα, εκτός από φυσικό ταλέντο χρειάζεται να επενδύσεις πολλές ώρες εξάσκησης στο αντικείμενο για να τα καταφέρεις. Σύμφωνα με πολλές μελέτες που παραθέτει, ισχυρίζεται ότι ο αριθμός αυτός είναι 10.000 ώρες,
Εκ πρώτης όψεως δεν φαίνονται και τόσο πολλές εκτός αν προχωρήσεις σε πράξεις. Αν κάποιος ασχολείται με το αντικείμενο του 5 ώρες κάθε μέρα ανελλιπώς, τότε στο τέλος του μήνα θα έχει ολοκληρώσει 150 ώρες εξάσκησης, δηλαδή περίπου 1,5% από τις 10.000 ώρες που απαιτούνται. Με την προϋπόθεση ότι ήδη έχει φυσικό ταλέντο σε αυτό που κάνει θα πρέπει να συνεχίσει την προπόνηση για άλλους 67 μήνες, δηλαδή περίπου 6 χρόνια..
Υπάρχουν πολλά παραδείγματα ανθρώπων που επαληθεύουν αυτό τον κανόνα, όπως ο Bill Gates, o Michael Jordan και άλλοι διάσημοι που αφιέρωσαν πολύ περισσότερο χρόνο από νεαρή ηλικία για να φτάσουν ψηλά. Αν βασίζονταν στο ταλέντο τους και στην τύχη μόνο πιθανώς να μην τα είχαν καταφέρει τόσο καλά στον τομέα τους.
Χρειάζεται λοιπόν ο μέσος άνθρωπος 10.000 ώρες για να καταφέρει να γίνει καλός σε κάτι; Τι γίνεται με αυτούς που δεν μπορούν να αφιερώσουν τόσο χρόνο με μια ασχολία ή με αυτούς που έχουν παραπάνω από ένα ενδιαφέροντα;
Σίγουρα υπάρχουν κι εξαιρέσεις που απλώς επιβεβαιώνουν αυτή την θεωρία (όπως οι Doors, που δεν χρειάστηκαν 6 χρόνια για να γίνουν επιτυχία), όμως το να στηρίζεται κάποιος αποκλειστικά στην τύχη για να τα καταφέρει κάπου δεν θα βοηθήσει. Ίσως κάποιοι τα καταφέρουν σε πολύ λιγότερο χρόνο, ίσως για κάποιους απαιτήσει ακόμα περισσότερο όμως η επιτυχία δεν έρχεται τυχαία.
Εκ πρώτης όψεως δεν φαίνονται και τόσο πολλές εκτός αν προχωρήσεις σε πράξεις. Αν κάποιος ασχολείται με το αντικείμενο του 5 ώρες κάθε μέρα ανελλιπώς, τότε στο τέλος του μήνα θα έχει ολοκληρώσει 150 ώρες εξάσκησης, δηλαδή περίπου 1,5% από τις 10.000 ώρες που απαιτούνται. Με την προϋπόθεση ότι ήδη έχει φυσικό ταλέντο σε αυτό που κάνει θα πρέπει να συνεχίσει την προπόνηση για άλλους 67 μήνες, δηλαδή περίπου 6 χρόνια..
Υπάρχουν πολλά παραδείγματα ανθρώπων που επαληθεύουν αυτό τον κανόνα, όπως ο Bill Gates, o Michael Jordan και άλλοι διάσημοι που αφιέρωσαν πολύ περισσότερο χρόνο από νεαρή ηλικία για να φτάσουν ψηλά. Αν βασίζονταν στο ταλέντο τους και στην τύχη μόνο πιθανώς να μην τα είχαν καταφέρει τόσο καλά στον τομέα τους.
Χρειάζεται λοιπόν ο μέσος άνθρωπος 10.000 ώρες για να καταφέρει να γίνει καλός σε κάτι; Τι γίνεται με αυτούς που δεν μπορούν να αφιερώσουν τόσο χρόνο με μια ασχολία ή με αυτούς που έχουν παραπάνω από ένα ενδιαφέροντα;
Σίγουρα υπάρχουν κι εξαιρέσεις που απλώς επιβεβαιώνουν αυτή την θεωρία (όπως οι Doors, που δεν χρειάστηκαν 6 χρόνια για να γίνουν επιτυχία), όμως το να στηρίζεται κάποιος αποκλειστικά στην τύχη για να τα καταφέρει κάπου δεν θα βοηθήσει. Ίσως κάποιοι τα καταφέρουν σε πολύ λιγότερο χρόνο, ίσως για κάποιους απαιτήσει ακόμα περισσότερο όμως η επιτυχία δεν έρχεται τυχαία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)