Οι κεντρικές τράπεζες δανείζουν τις κυβερνήσεις χρήματα που τυπώνουν με αντάλλαγμα ομόλογα. Δηλαδή, παράγουν χρήμα εκ του μηδενός. Πιστεύετε, αλήθεια, ότι θα αφήσουν μία τόσο κερδοφόρο επιχείρηση στην τύχη της;
Ας πούμε ότι εσείς είστε η κυβέρνηση και έρχεστε σε εμένα που είμαι η κεντρική τράπεζα. Θέλετε ρευστότητα και μου ζητάτε 10 δισ. ευρώ. Αμέσως δίνω εντολή στους υπαλλήλους του τυπογραφείου να ξεκινήσουν εργασία και την άλλη μέρα το πρωί έχετε στα θησαυροφυλάκιά σας ολόφρεσκα χαρτονομίσματα, συνολικής αξίας 10 δισ. ευρώ. Κι εγώ, η κεντρική τράπεζα, έχω στο δικό μου θησαυροφυλάκιο ένα άλλο κομμάτι χαρτί που το ονομάζουμε ομόλογο και το οποίο πιστοποιεί τη δική σας οφειλή.
Πάμε τώρα στο πιο ωραίο! Σας «τιμολογώ» για αυτή σας την οφειλή, αφού βάζω ένα επιτόκιο στο ομόλογο. Θα πείτε ότι αυτό είναι για τα «έξοδα», καθώς εργάστηκαν σκληρά και μάλιστα υπερωριακά τόσοι άνθρωποι, για να τυπώσουν τα νέα χαρτονομίσματα. Αλλά αυτό δεν ισχύει, αφού η ιστορία του τυπογραφείου είναι καθαρά... παραπλανητική! Στην πράξη, τα πάντα καθορίζονται με λογιστικές εγγραφές. Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει. Γιατί σας τιμολόγησα; Στην πραγματικότητα ανταλλάξαμε χαρτιά με χαρτιά και εγώ σας τιμολογώ. Τιμολογώ, δηλαδή, το κοινωνικό σύνολο...
Είναι η καλύτερα στημένη δουλειά στον πλανήτη! Η δημιουργία χρεών είναι η μεγαλύτερη και αποδοτικότερη βιομηχανία που έχει ποτέ στηθεί. Και σας ρωτάω: Τι τους εμποδίζει να συνεχίσουν να τυπώνουν χαρτιά και να δημιουργούν έτσι νέες οφειλές του κοινωνικού συνόλου προς αυτούς; Τίποτα! Αν το κάνουν, αν σταματήσουν να τροφοδοτούν το σύστημα με ρευστότητα και ως «αμοιβή» να αυξάνεται κάθε χρόνο το δημόσιο χρέος, θα είναι σαν να σταματάει ο ποδηλάτης να κάνει ποδήλατο. Κάποια στιγμή, λοιπόν, το ποδήλατο θα σταματήσει και ο ποδηλάτης θα σωριαστεί στο έδαφος.
Διαβάζουμε και ακούμε ότι το κύμα των κρατικών παρεμβάσεων στην Οικονομία είναι μία δημόσια και αυταπόδεικτη παραδοχή της αποτυχίας των φιλελεύθερων αντιλήψεων. Μα, το ίδιο πράγμα συνέβαινε και πριν. Απλά, τώρα, χρειάζεται ο ποδηλάτης να κάνει πιο γρήγορες πεταλιές, για να ανέβει την ανηφόρα.
Θα χρεοκοπήσουν, λέει, τράπεζες, επιχειρήσεις, νοικοκυριά. Αυτό συμβαίνει ήδη και θα συνεχίσει να συμβαίνει. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτές είναι οι παρενέργειες της δράσης του φαρμάκου, της συνεχούς δημιουργίας χρεών. Είναι σαν να δοκιμάζουμε ένα φάρμακο στον πληθυσμό και να κάνουμε την παραδοχή ότι το 5% θα αρρωστήσει ή θα πεθάνει. Δικαιολογούμε την απώλεια αυτή με το επιχείρημα ότι θα σώσουμε το υπόλοιπο 95%. Όλοι μας έχουμε στο μυαλό μας το νούμερο 95% και ξεχνάμε έτσι να ρωτήσουμε αν πράγματι χρειαζόμασταν το φάρμακο ή ποιες θα ήταν οι απώλειες, αν το φάρμακο δεν είχε κυκλοφορήσει στην αγορά.
Ας επιστρέψουμε στην αρχική ιδέα. Θα πείτε ότι οι κεντρικές τράπεζες ελέγχονται από το κράτος και έτσι δεν υπάρχει θέμα,, υπό την έννοια ότι το κράτος τιμολογεί το κράτος. Κι όμως! Εδώ είναι το θέμα! Υπάρχει λόγος να τιμολογήσετε εσείς το παιδί σας, γιατί αναπνέει τον ίδιο αέρα με εσάς; Μήπως το «μυστικό» βρίσκεται κάπου αλλού;
Εσείς, λοιπόν, που είστε η κυβέρνηση, παίρνετε το δάνειο. Τι θα το κάνετε; Θα το ρίξετε στην αγορά. Κι από εκεί και πέρα ξεκινάει ο κύκλος της κερδοσκοπίας. Τα χρήματα αυτά θα τα πάρουν οι τράπεζες, τα δικά σας χρήματα, και με βάση αυτά θα δώσουν νέα δάνεια, πολλαπλάσια της αρχικής αξίας του δικού σας δανείου. Με άλλα λόγια, όσα περισσότερα είναι τα δάνεια που παίρνουν οι κυβερνήσεις από τις κεντρικές τράπεζες, τόσο αυξάνεται η ρευστότητα στην αγορά, τόσα περισσότερα δάνεια δίνουν οι τράπεζες στους καταναλωτές, τόσο πιο δεσμευμένοι, πιο εξαρτημένοι είναι οι καταναλωτές απέναντι στις τράπεζες, στις κεντρικές τράπεζες και στις κυβερνήσεις τους.
Ναι, αλλά τώρα έχουμε κρίση και οι τράπεζες έχουν σταματήσει να δίνουν δάνεια. Πολύ σωστά. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι θα σταματήσουν γενικώς να δίνουν δάνεια στο μέλλον! Σημαίνει ότι ήρθε η ώρα του λογαριασμού. Η ώρα της ανακατανομής του πλούτου. Όσοι δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους, θα χάσουν τα πάντα και όσοι μπορούν, θα συγκεντρώσουν ακόμη περισσότερο πλούτο στα χέρια τους.
Μην πιστεύετε στα σενάρια της απόλυτης καταστροφής. Το ίδιο το σύστημα δεν πρόκειται να αυτοκτονήσει. Το πολύ – πολύ να εφεύρει κι άλλους τρόπους, για να «εποπτεύει» την καθημερινότητά μας. Στο κάτω – κάτω της γραφής τι τους κοστίζει να ρίξουν στην αγορά όσα χρήματα χρειάζονται, για να ξεπεραστεί η κρίση; Τίποτα...
Αρθρογράφος: Θανάσης Μαυρίδης
Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008
Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2008
Μήπως τελικά δεν είναι το "ρευστό" αυτό που λείπει από την αγορά;
Οφείλω να ομολογήσω ότι μικρή είναι η αγωνία που με διακατέχει για το αν οι τράπεζες θα κάνουν ή όχι χρήση του πακέτου στήριξης των 28 δισ. ευρώ.
Ταπεινή μου άποψη είναι ότι η κρίση μάς φέρνει αντιμέτωπους όχι τόσο με εισαγόμενα προβλήματα όσο με εγγενείς και διαχρονικές αδυναμίες της χώρας μας. Και δεν χρειάζεται ρευστό για να διορθώσουμε τα ελληνικά κακώς κείμενα, πιστεύω. Τι χρειάζεται; Κοινός νους, αυτό το τόσο φθηνό μα τόσο σπάνιο χαρακτηριστικό με το οποίο φαίνεται ότι έχουμε πάρει ως χώρα οριστικά διαζύγιο και αρνούμαστε πεισματικά να συζητήσουμε έστω την επιλογή της μερικής συμβίωσης.
Η αγορά χρειάζεται χρήμα, λέμε, για να κινηθεί. Ο τόπος χρειάζεται επενδύσεις για να συνεχίσει να αναπτύσσεται, ώστε τουλάχιστον να διατηρηθούν αν όχι να αυξηθούν κιόλας οι θέσεις εργασίας. Και εγώ αναρωτιέμαι γιατί δεν κάνουμε αυτό που ο κοινούς νους θα υπαγόρευε; Γιατί, δηλαδή, δεν κάνουμε κάτι για να σταματήσουμε ως χώρα να διώχνουμε τους λίγους αυτούς ανθρώπους που συνεχίζουν να θέλουν να επενδύσουν εδώ; Δεν τολμώ να μιλήσω για προσέλκυση νέων επενδυτών. Ας κρατήσουμε έστω αυτούς που επιμένουν να ασχολούνται με αυτήν εδώ την ευλογημένη από το Θεό γωνία του κόσμου. Αντί να παρακαλάμε κάποιους να πάρουν τα λεφτά μας, γιατί δεν παίρνουμε εμείς τα λεφτά αυτών που μας παρακαλάνε να μας τα δώσουν;
Είναι τρελοί και ανθέλληνες οι Έλληνες επιχειρηματίες που προτιμούν να μπαινοβγαίνουν σε αεροπλάνα και να τρώνε τη ζωή τους σε αίθουσες αναμονής αεροδρομίων και λόμπι ξενοδοχείων, αντί να επενδύσουν στη χώρα τους; Δεν νομίζω. Βαρέθηκαν, κύριοι και πάνε και αυτοί αλλού μαζί με τους ξένους συναδέλφους τους, που αν δοκίμασαν Ελλάδα έρχονται ξανά μόνο για μουσακά, ήλιο και θάλασσα αλλά όχι για δουλειές. Πάνε εκεί που τους παρακαλάνε και τους φέρνουνε τα πάντα στην πόρτα του μαγαζιού τους.
Θα μιλήσω με ένα παράδειγμα. Είμαστε μία χώρα με σημαντικό ενεργειακό έλλειμμα. Την ίδια ώρα, η ΔΕΗ και πολύ περισσότεροι πολλοί ιδιώτες θέλουν και προσπαθούν με νύχια και με δόντια να προωθήσουν ενεργειακές επενδύσεις αξίας δις. ευρώ. Τα κεφάλαια είναι στην πόρτα μας και μας περιμένουν και εμείς τους απαντάμε «ελάτε ξανά του χρόνου...». Δεν κάνουμε αυτό που ο κοινός νους υπαγορεύει. Να γκρεμίσουμε τα συχνά γελοία εμπόδια που δεν αφήνουν τα κεφάλαια αυτά να περάσουν το κατώφλι μας. Ούτε τα κεφάλαια παίρνουμε, ενώ ταυτόχρονα και το ενεργειακό μας πρόβλημα διαιωνίζουμε και την εθνική μας ασφάλεια και αυτάρκεια υπονομεύουμε. Ο λιγνίτης μολύνει και εκτός αυτού κάποια στιγμή θα τελειώσει, άρα δεν τον θέλουμε. Τον λιθάνθρακα επίσης δεν τον θέλουμε γιατί κι αυτός μολύνει, ανεξάρτητα αν είναι φθηνός και μπορεί με μερική του χρήση να συνεχίσει να κρατά χαμηλά τα τιμολόγια της ΔΕΗ. Το φυσικό αέριο το θέλουμε κάπως αρκεί να μην είναι κοντά στη δική μας πόρτα. Και τέλος πάντων, να δεχθούμε περιβαλλοντικές ανησυχίες και τοπικές αντιδράσεις, δικαιολογημένες και μη. Μα ούτε τα αιολικά πάρκα και τις λοιπές Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας θέλουμε. Κι αυτά στο γείτονα να πάνε, λέμε. Και το επίσημο κράτος που θέτει στόχους και χρονοδιαγράμματα στέκεται θεατής, το μόνο που μετράει είναι το πολιτικό κόστος και δεν λύνει προβλήματα, δεν αίρει εμπόδια, δεν διευκολύνει. Κι όταν δεν μετράει το πολιτικό κόστος, δυστυχώς ζυγίζει το «λάδι» που θα λιπάνει τα γρανάζια της περίφημης ελληνικής γραφειοκρατίας.
Άλλο παράδειγμα. Οι μεγάλες επενδύσεις real estate. Δεν είναι δυνατόν να περιμένει ένας επενδυτής για 10 – 15 χρόνια για να του πούμε τελικά ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Ας του το πούμε εξαρχής. Ας θέσουμε κανόνες. Ας επιλέξουμε μέρη της χώρας μας όπου ο φυσικός πλούτος θα προστατευτεί απόλυτα και ας πούμε «εδώ δε συζητάμε τίποτα». Ας κάνουμε, όμως, κάτι. Δεν μπορεί ένας Δήμος να δεσμεύει επί χρόνια ένα οικόπεδο για χώρο πρασίνου, να μην αποζημιώνει τον ιδιοκτήτη του και ταυτόχρονα να απορρίπτει όλες τις προτάσεις δημιουργίας πρασίνου με αντάλλαγμα μερική ανοικοδόμηση. Ας αποζημιώσει τον ιδιοκτήτη και ας οργανώσει δενδροφύτευση. Μακάρι. Αλλά ας το κάνει.
Μήπως τελικά, αντί να ψάχνουμε τον τρόπο να πείσουμε σώνει και ντε τις τράπεζες να πάρουν μέρος στο πακέτο των 28 δις. ευρώ, θα έπρεπε να κάνουμε κάτι για να διευκολύνουμε αυτούς με τα περισσότερα ίσως δις. ευρώ που επιμένουν να θέλουν να τα επενδύσουν στον τόπο μας; Λέω, μήπως;
Αρθρογράφος: Κωνσταντίνος Λάμπρου
Ταπεινή μου άποψη είναι ότι η κρίση μάς φέρνει αντιμέτωπους όχι τόσο με εισαγόμενα προβλήματα όσο με εγγενείς και διαχρονικές αδυναμίες της χώρας μας. Και δεν χρειάζεται ρευστό για να διορθώσουμε τα ελληνικά κακώς κείμενα, πιστεύω. Τι χρειάζεται; Κοινός νους, αυτό το τόσο φθηνό μα τόσο σπάνιο χαρακτηριστικό με το οποίο φαίνεται ότι έχουμε πάρει ως χώρα οριστικά διαζύγιο και αρνούμαστε πεισματικά να συζητήσουμε έστω την επιλογή της μερικής συμβίωσης.
Η αγορά χρειάζεται χρήμα, λέμε, για να κινηθεί. Ο τόπος χρειάζεται επενδύσεις για να συνεχίσει να αναπτύσσεται, ώστε τουλάχιστον να διατηρηθούν αν όχι να αυξηθούν κιόλας οι θέσεις εργασίας. Και εγώ αναρωτιέμαι γιατί δεν κάνουμε αυτό που ο κοινούς νους θα υπαγόρευε; Γιατί, δηλαδή, δεν κάνουμε κάτι για να σταματήσουμε ως χώρα να διώχνουμε τους λίγους αυτούς ανθρώπους που συνεχίζουν να θέλουν να επενδύσουν εδώ; Δεν τολμώ να μιλήσω για προσέλκυση νέων επενδυτών. Ας κρατήσουμε έστω αυτούς που επιμένουν να ασχολούνται με αυτήν εδώ την ευλογημένη από το Θεό γωνία του κόσμου. Αντί να παρακαλάμε κάποιους να πάρουν τα λεφτά μας, γιατί δεν παίρνουμε εμείς τα λεφτά αυτών που μας παρακαλάνε να μας τα δώσουν;
Είναι τρελοί και ανθέλληνες οι Έλληνες επιχειρηματίες που προτιμούν να μπαινοβγαίνουν σε αεροπλάνα και να τρώνε τη ζωή τους σε αίθουσες αναμονής αεροδρομίων και λόμπι ξενοδοχείων, αντί να επενδύσουν στη χώρα τους; Δεν νομίζω. Βαρέθηκαν, κύριοι και πάνε και αυτοί αλλού μαζί με τους ξένους συναδέλφους τους, που αν δοκίμασαν Ελλάδα έρχονται ξανά μόνο για μουσακά, ήλιο και θάλασσα αλλά όχι για δουλειές. Πάνε εκεί που τους παρακαλάνε και τους φέρνουνε τα πάντα στην πόρτα του μαγαζιού τους.
Θα μιλήσω με ένα παράδειγμα. Είμαστε μία χώρα με σημαντικό ενεργειακό έλλειμμα. Την ίδια ώρα, η ΔΕΗ και πολύ περισσότεροι πολλοί ιδιώτες θέλουν και προσπαθούν με νύχια και με δόντια να προωθήσουν ενεργειακές επενδύσεις αξίας δις. ευρώ. Τα κεφάλαια είναι στην πόρτα μας και μας περιμένουν και εμείς τους απαντάμε «ελάτε ξανά του χρόνου...». Δεν κάνουμε αυτό που ο κοινός νους υπαγορεύει. Να γκρεμίσουμε τα συχνά γελοία εμπόδια που δεν αφήνουν τα κεφάλαια αυτά να περάσουν το κατώφλι μας. Ούτε τα κεφάλαια παίρνουμε, ενώ ταυτόχρονα και το ενεργειακό μας πρόβλημα διαιωνίζουμε και την εθνική μας ασφάλεια και αυτάρκεια υπονομεύουμε. Ο λιγνίτης μολύνει και εκτός αυτού κάποια στιγμή θα τελειώσει, άρα δεν τον θέλουμε. Τον λιθάνθρακα επίσης δεν τον θέλουμε γιατί κι αυτός μολύνει, ανεξάρτητα αν είναι φθηνός και μπορεί με μερική του χρήση να συνεχίσει να κρατά χαμηλά τα τιμολόγια της ΔΕΗ. Το φυσικό αέριο το θέλουμε κάπως αρκεί να μην είναι κοντά στη δική μας πόρτα. Και τέλος πάντων, να δεχθούμε περιβαλλοντικές ανησυχίες και τοπικές αντιδράσεις, δικαιολογημένες και μη. Μα ούτε τα αιολικά πάρκα και τις λοιπές Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας θέλουμε. Κι αυτά στο γείτονα να πάνε, λέμε. Και το επίσημο κράτος που θέτει στόχους και χρονοδιαγράμματα στέκεται θεατής, το μόνο που μετράει είναι το πολιτικό κόστος και δεν λύνει προβλήματα, δεν αίρει εμπόδια, δεν διευκολύνει. Κι όταν δεν μετράει το πολιτικό κόστος, δυστυχώς ζυγίζει το «λάδι» που θα λιπάνει τα γρανάζια της περίφημης ελληνικής γραφειοκρατίας.
Άλλο παράδειγμα. Οι μεγάλες επενδύσεις real estate. Δεν είναι δυνατόν να περιμένει ένας επενδυτής για 10 – 15 χρόνια για να του πούμε τελικά ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Ας του το πούμε εξαρχής. Ας θέσουμε κανόνες. Ας επιλέξουμε μέρη της χώρας μας όπου ο φυσικός πλούτος θα προστατευτεί απόλυτα και ας πούμε «εδώ δε συζητάμε τίποτα». Ας κάνουμε, όμως, κάτι. Δεν μπορεί ένας Δήμος να δεσμεύει επί χρόνια ένα οικόπεδο για χώρο πρασίνου, να μην αποζημιώνει τον ιδιοκτήτη του και ταυτόχρονα να απορρίπτει όλες τις προτάσεις δημιουργίας πρασίνου με αντάλλαγμα μερική ανοικοδόμηση. Ας αποζημιώσει τον ιδιοκτήτη και ας οργανώσει δενδροφύτευση. Μακάρι. Αλλά ας το κάνει.
Μήπως τελικά, αντί να ψάχνουμε τον τρόπο να πείσουμε σώνει και ντε τις τράπεζες να πάρουν μέρος στο πακέτο των 28 δις. ευρώ, θα έπρεπε να κάνουμε κάτι για να διευκολύνουμε αυτούς με τα περισσότερα ίσως δις. ευρώ που επιμένουν να θέλουν να τα επενδύσουν στον τόπο μας; Λέω, μήπως;
Αρθρογράφος: Κωνσταντίνος Λάμπρου
Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2008
Από πού αντλεί χρήματα η Ευρωπαϊκή Ένωση;

Από πού αντλεί η Ευρωπαϊκή Ένωση χρήματα; Με ποιον τρόπο κατανέμονται; Πως βγαίνουν τα προγράμματα, και με ποιον τρόπο παίρνονται οι αποφάσεις για αυτά; Μερικές ερωτήσεις που σίγουρα όλοι έχετε σκεφθεί, και συχνά με ρωτούν πολλοί που επισκέπτονται το γραφείο μου. Η αλήθεια είναι ότι οι διαδικασίες αυτές δεν είναι ιδιαίτερα γνωστές στον περισσότερο κόσμο. Και επειδή θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον αλλά και χρήσιμο να γνωρίζουμε τα ζητήματα αυτά, θα κάνουμε μια μικρή προσέγγιση παρακάτω.
Καταρχήν, για την ιστορία να αναφέρουμε ότι από το 1870 έως το1945 η Γαλλία και Γερμανία συγκρούστηκαν τρεις φορές με τεράστιες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές για ολόκληρη την Ευρώπη. Εκεί κάπου άρχισε να δημιουργείτε η πεποίθηση σε αρκετούς Ευρωπαίους ηγέτες ότι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει μια σταθερότητα στην περιοχή, και να εξασφαλιστεί μια διαρκής ειρήνη μεταξύ των χωρών τους, ήταν να ενωθούν οικονομικά και πολιτικά. Μετά από διαπραγματεύσεις, το 1951 ιδρύθηκε με τη συνθήκη του άνθρακα και χάλυβα, η πρώτη Ευρωπαϊκή κοινότητα με έξι μέλη: Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ιταλία και Ολλανδία (όπου στις χώρες αυτές το εμπόριο του άνθρακα και χάλυβα γινόταν ελεύθερα).
Από τότε έως σήμερα έχουν γίνει πάρα πολλά βήματα. Πλέων η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελείτε από 25 χώρες, έχει πληθυσμό σχεδόν 370 εκατομμύρια ανθρώπους, ενώ έχει και το δικό της νόμισμα. Αυτή τι στιγμή θεωρείτε η μεγαλύτερη οικονομική και εμπορική δύναμη στον κόσμο. Η βασική στρατηγική στην οποία στηρίχτηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση όλα αυτά τα χρόνια ήταν και παραμένει, “η επιδίωξη της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, μέσω της σύγκλισης των επιπέδων ανάπτυξης των κρατών μελών”. Αυτό πιο απλά σημαίνει ότι πολλές περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν διαφορές μεταξύ τους σε επίπεδο ανάπτυξης αλλά και πλουτοπαραγωγικών πόρων. Οι περιοχές αυτές χαρακτηρίζονται από χαμηλά εισοδήματα, έλλειψη υποδομών, γεωργική μορφή της οικονομίας, και υψηλή ανεργία (Ελλάδα, Πορτογαλία, κλπ.).
Επίσης υπάρχουν περιοχές της Ευρώπης που αντιμετωπίζουν βιομηχανική παρακμή, επειδή οι μεγάλοι παραδοσιακοί βιομηχανικοί κλάδοι βρίσκονται σε μαρασμό (βιομηχανία σιδήρου, κλωστοϋφαντουργία, ναυπηγεία, κλπ.). Τέτοιες περιοχές βρίσκονται στην Βρετανία, στην Γαλλία, το Βέλγιο, και άλλες χώρες της Ευρώπης. Όσες δηλαδή είχαν αναπτύξει βαριά βιομηχανία, και η τεχνολογία αναπόφευκτα πήρε τη θέση τους, με αποτέλεσμα τους χιλιάδες ανέργους στις περιοχές αυτές.
Για την αντιμετώπιση αυτών των σημαντικών κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων, και την εφαρμογή της στρατηγικής της, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συστήσει πολλά όργανα με διάφορους στόχους και μορφές δράσης. Μερικά από αυτά είναι, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕ), το Ταμείο Συνοχής, και μερικά άλλα. Αυτό ουσιαστικά που γίνεται μέσα από τα διάφορα ταμεία και τα όργανα που έχουν συσταθεί, είναι να μεταφέρονται πόροι από τις περισσότερο ανεπτυγμένες περιοχές, προς τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παίρνοντας το τελευταίο ως μια από τις βασικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πάμε να δούμε από πού αντλούνται τα χρήματα για να ασκηθούν οι πολιτικές αυτές και να εφαρμοστεί η στρατηγική της.
ΠΗΓΗ Α: Δασμοί που επιβάλλονται και εισπράττονται στα εισαγόμενα στην Ένωση γεωργικά προϊόντα.
ΠΗΓΗ Β: Δασμοί από εισαγωγές άλλων προϊόντων εμπορίου, από κράτη μη μέλη (π.χ. Κίνα, ΗΠΑ, κλπ.). Ποσοστό εσόδων από τις πηγές Α και Β, περίπου 18%.
ΠΗΓΗ Γ: Ποσοστό 1,4% επί του ΦΠΑ των κρατών μελών. Ποσοστό εσόδων περίπου 49%.
ΠΗΓΗ Δ: “Τέταρτος Πόρος”: Καθένα από τα Κράτη Μέλη, συμβάλει σε αυτόν τον τέταρτο πόρο, ανάλογα με το ΑΕΠ που παράγει (δηλαδή από το πόσο πλούσιο είναι). Ποσοστό εσόδων περίπου 33%.
Τα χρήματα αυτά κατανέμονται ως εξής:
• Λειτουργικές Δαπάνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης: 10%
• Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ): 50%
• Διάφορα Ταμεία Ευρωπαϊκής Ένωσης για χρηματοδοτήσεις: 25%
• Διάφορες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης: 10%
• Εξωτερικές Σχέσεις (βοήθεια σε τρίτες χώρες): 5%
Είναι προφανές ότι κάθε Κράτος Μέλος συνεισφέρει, αλλά αντλεί και πόρους από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η διαφορά που προκύπτει είναι η λεγόμενη “καθαρή θέση” για κάθε Κράτος Μέλος. Η Ελλάδα συμβάλει κατά 1% στην διαμόρφωση του προϋπολογισμού των εσόδων, και αντλεί περίπου το 5%.
Από την παραπάνω κατανομή βλέπουμε ότι την μερίδα του λέοντος την παίρνει ο αγροτικός τομέας. Αυτό έχει φέρει πολλές συζητήσεις τα τελευταία χρόνια, και έχουν δημιουργηθεί πολλές διαφωνίες μεταξύ των αρχηγών-κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η άποψη μου είναι ότι το ζητούμενο, θα πρέπει να είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκή Ένωσης, έναντι του υπόλοιπου κόσμου, σε όλους τους τομείς. Θα μου πείτε δεν μας λες και κάτι καινούριο, όλοι το θέλουμε αυτό! Σίγουρα, όμως γεγονός παραμένει ότι η Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D) στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μείνει μακράν πίσω από την Αμερική και την Ιαπωνία. Δεν χρειάζεται να πω για την σημασία του R&D στην ανάπτυξη όχι μόνο της οικονομίας, αλλά και της κοινωνίας ολόκληρης. Θεωρώ επομένως ότι μια σταδιακή περικοπή στα εκατομμύρια των επιδοτήσεων στον γεωργικό τομέα (ακόμα και στην χώρα μας), είναι αναγκαία. Θα πρέπει κάποια στιγμή όλοι μας να μάθουμε να ζούμε και χωρίς τις επιδοτήσεις.
Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008
Το κράτος "πατερούλης" και οι "μαφιόζικες" τακτικές του
Αντιλαμβάνομαι απόλυτα ότι είναι αρκετά βαρύς ο τίτλος του σημερινού μου σημειώματος. Συγχωρήστε με, αλλά μου ήταν αδύνατον να συγκρατηθώ μετά από τη συζήτηση που είχα με καταξιωμένο μεγάλο επιχειρηματία του ευρύτερου κλάδου της χημικής βιομηχανίας σχετικά με την αντιμετώπιση που έχει ο βιομηχανικός αυτός κλάδος στην προσπάθειά του να ξεπεράσει τη δίνη που έχει προκαλέσει η ξέφρενη πορεία των τιμών του πετρελαίου μέχρι προ μηνός τουλάχιστον.
Εάν δεν θέλετε να με συγχωρήσετε έχετε την υπομονή να διαβάσετε το διάλογο που είχα μαζί του. Δεχθείτε, ασφαλώς, ότι διασταύρωσα τα όσα μου είπε και με άλλους επιχειρηματίες του ίδιου και παρόμοιων κλάδων. Και τέλος βγάλτε τα δικά σας συμπεράσματα χωρίς να συμμεριστείτε τα σχόλιά μου.
Είπαμε, που λέτε, (μου διηγείται ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας) "τώρα που κόπασε ο ίλιγγος με τις τιμές του πετρελαίου που παρεμβάλλεται ως πρώτη ύλη και σε προϊόντα μας να κάνουμε κάποιες αναπροσαρμογές στις τιμές, ίσα-ίσα για να τα φέρουμε βόλτα με τον ανταγωνισμό. Θεωρήσαμε δε ορθό, για λόγους τάξεως, να ενημερώσουμε και τη δημόσια διοίκηση. Σε συζήτηση που είχαμε με αρμόδιο κυβερνητικό παράγοντα εξηγώντας του τις ζημιές που έχουμε με τις σημερινές τιμές και την αύξηση των τιμών πετρελαίου είχαμε την εξής αντίδραση: ΄Μα εμείς ως κυβέρνηση θέλουμε να συγκρατηθούν οι τιμές και κατά συνέπεια δεν θα μας εύρισκε σύμφωνους καμιά αύξηση΄."
"Παγώσαμε" (συνεχίζει ο επιχειρηματίας) "αλλά αντιτάξαμε το εξής επιχείρημα: Μπορεί να θέλετε συγκράτηση τιμών, αλλά σε μια ελεύθερη οικονομία το λόγο τον έχει ο ανταγωνισμός και όχι οι πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων... Συνεχίσαμε μάλιστα να αδυνατούμε να συνέλθουμε όταν ακούσαμε την εξής απάντηση: ΄μπορεί να λέτε εσείς αυτά, αλλά η κυβέρνηση έχει υποσχεθεί στο λαό παρέμβαση στις επιχειρήσεις και συμφωνίες για τη συγκράτηση των τιμών΄. Και τότε απλώς ψελλίσαμε: Όμως δεν συνεννοηθήκατε μαζί μας για να σας πούμε αν αντέχουμε τη συγκράτηση των τιμών. ΄Σύμφωνοι΄ (λέει ο κυβερνητικός παράγοντας) ΄αλλά τώρα υποσχεθήκαμε συγκράτηση των τιμών και πρέπει να μας βοηθήσετε να την κάνουμε΄."
"Αλλά εκεί που η αγανάκτησή μας ξεπέρασε κάθε όριο ήταν" (συμπληρώνει ο συνομιλητής μου) "όταν του υπενθυμίσαμε ότι δεν έχουμε καμιά υποχρέωση να ζητήσουμε έγκριση για την αναπροσαρμογή των τιμών... Για να μας απαντήσει, με μειδίαμα νοήματος: ΄Δεν έχετε υποχρέωση, αλλά και εμείς έχουμε άλλους τρόπους να σας πείσουμε... Και για να έχετε πλήρη εικόνα (καταλήγει ο επιχειρηματίας) σας λέγω ότι οι άλλοι τρόποι είναι: Ξαφνική επίσκεψη του ΣΔΟΕ. Έκτακτος έλεγχος περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Έλεγχος για την τήρηση κανόνων ασφαλείας. Έλεγχος για τυχόν καρτέλ στις τιμές. Αμφισβήτηση της τήρησης κανόνων ποιότητας και άλλα παρόμοια΄."
Δεν έχω απολύτως κανένα λόγο να αμφισβητήσω το διάλογο που μου παρουσίασε ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας γιατί αφενός παρόμοια περιστατικά γνωρίζουμε όλοι μας και αφετέρου πράγματι η κυβέρνηση πασχίζει με κάθε τρόπο να επιτύχει συγκράτηση των τιμών.
Σε ποιους όμως. Μόνο στους ιδιώτες επιχειρηματίες. Γιατί το «κράτος πατερούλης» θέλει να δείξει στο λαό του ότι τον προστατεύει από τον αιμοδιψή βιομήχανο. Τον προστατεύει από τον αδηφάγο επιχειρηματία. Μιας και στην Ελλάδα το κέρδος από ιδιώτες είναι περίπου ποινικό αδίκημα. Το «κράτος πατερούλης» όμως δεν παρεμβαίνει καθόλου στα κρατικά μονοπώλια και δεν τα καταδικάζει όταν μιλάνε για ζημιές από το πετρέλαιο και τις άλλες πρώτες ύλες. Τα επιβραβεύει μάλιστα με γενναίες αυξήσεις όπως έγινε στη ΔΕΗ, στα μέσα μαζικής μεταφοράς και τώρα θα γίνει και με το νερό. Εκεί δεν εξετάζει το «κράτος πατερούλης» ούτε ότι γίνονται ζημιές, παρά τις αυξήσεις, ούτε ότι σε ένα χρόνο τα ίδια κρατικά μονοπώλια ζητούν και άλλες αυξήσεις.
Γιατί εκεί δεν μπορεί να κάνει τίποτε. Γιατί εκεί έχει και το ίδιο το κράτος συμφέροντα. Γιατί τα κρατικά μονοπώλια είναι και χώροι εξυπηρέτησης κομματικών και κυβερνητικών στόχων.
Έτσι το «κράτος πατερούλης» οδηγείται σε μαφιόζικες μεθόδους. Εμμέσους εκβιασμούς για φορολογικούς και άλλους ελέγχους. Παραπομπές στη χλεύη της κοινής γνώμης με δήθεν εξέταση τυχόν καρτέλ στις τιμές. Σπάσιμο των νεύρων των επιχειρηματιών με κωλυσιεργία στην εξέταση των υποθέσεων πιθανών καρτέλ. Ενεργοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών του ΙΚΑ, των υπηρεσιών προστασίας του περιβάλλοντος, των Νομαρχιών. Ακόμη και των Δημοτικών Αρχών αν ελέγχονται από τη συγκεκριμένη κυβέρνηση.
Και μετά: Και μετά απ΄ όλα αυτά το «κράτος πατερούλης» βγαίνει στο λαό και κομπάζει ότι συγκράτησε τις τιμές. Δεν του αποκαλύπτει, όμως, ότι δεν μπορεί να συγκρατήσει ούτε την οργή των επιχειρηματιών, ούτε τους ίδιους τους επιχειρηματίες από τη σκέψη να μεταναστεύσουν επιχειρηματικά σε μια άλλη γειτονική χώρα όπου οι κανόνες είναι ορατοί και τουλάχιστον περισσότερο ηθικοί.
Αρθρογράφος: Γιώργος Κράλογλου
Εάν δεν θέλετε να με συγχωρήσετε έχετε την υπομονή να διαβάσετε το διάλογο που είχα μαζί του. Δεχθείτε, ασφαλώς, ότι διασταύρωσα τα όσα μου είπε και με άλλους επιχειρηματίες του ίδιου και παρόμοιων κλάδων. Και τέλος βγάλτε τα δικά σας συμπεράσματα χωρίς να συμμεριστείτε τα σχόλιά μου.
Είπαμε, που λέτε, (μου διηγείται ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας) "τώρα που κόπασε ο ίλιγγος με τις τιμές του πετρελαίου που παρεμβάλλεται ως πρώτη ύλη και σε προϊόντα μας να κάνουμε κάποιες αναπροσαρμογές στις τιμές, ίσα-ίσα για να τα φέρουμε βόλτα με τον ανταγωνισμό. Θεωρήσαμε δε ορθό, για λόγους τάξεως, να ενημερώσουμε και τη δημόσια διοίκηση. Σε συζήτηση που είχαμε με αρμόδιο κυβερνητικό παράγοντα εξηγώντας του τις ζημιές που έχουμε με τις σημερινές τιμές και την αύξηση των τιμών πετρελαίου είχαμε την εξής αντίδραση: ΄Μα εμείς ως κυβέρνηση θέλουμε να συγκρατηθούν οι τιμές και κατά συνέπεια δεν θα μας εύρισκε σύμφωνους καμιά αύξηση΄."
"Παγώσαμε" (συνεχίζει ο επιχειρηματίας) "αλλά αντιτάξαμε το εξής επιχείρημα: Μπορεί να θέλετε συγκράτηση τιμών, αλλά σε μια ελεύθερη οικονομία το λόγο τον έχει ο ανταγωνισμός και όχι οι πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων... Συνεχίσαμε μάλιστα να αδυνατούμε να συνέλθουμε όταν ακούσαμε την εξής απάντηση: ΄μπορεί να λέτε εσείς αυτά, αλλά η κυβέρνηση έχει υποσχεθεί στο λαό παρέμβαση στις επιχειρήσεις και συμφωνίες για τη συγκράτηση των τιμών΄. Και τότε απλώς ψελλίσαμε: Όμως δεν συνεννοηθήκατε μαζί μας για να σας πούμε αν αντέχουμε τη συγκράτηση των τιμών. ΄Σύμφωνοι΄ (λέει ο κυβερνητικός παράγοντας) ΄αλλά τώρα υποσχεθήκαμε συγκράτηση των τιμών και πρέπει να μας βοηθήσετε να την κάνουμε΄."
"Αλλά εκεί που η αγανάκτησή μας ξεπέρασε κάθε όριο ήταν" (συμπληρώνει ο συνομιλητής μου) "όταν του υπενθυμίσαμε ότι δεν έχουμε καμιά υποχρέωση να ζητήσουμε έγκριση για την αναπροσαρμογή των τιμών... Για να μας απαντήσει, με μειδίαμα νοήματος: ΄Δεν έχετε υποχρέωση, αλλά και εμείς έχουμε άλλους τρόπους να σας πείσουμε... Και για να έχετε πλήρη εικόνα (καταλήγει ο επιχειρηματίας) σας λέγω ότι οι άλλοι τρόποι είναι: Ξαφνική επίσκεψη του ΣΔΟΕ. Έκτακτος έλεγχος περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Έλεγχος για την τήρηση κανόνων ασφαλείας. Έλεγχος για τυχόν καρτέλ στις τιμές. Αμφισβήτηση της τήρησης κανόνων ποιότητας και άλλα παρόμοια΄."
Δεν έχω απολύτως κανένα λόγο να αμφισβητήσω το διάλογο που μου παρουσίασε ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας γιατί αφενός παρόμοια περιστατικά γνωρίζουμε όλοι μας και αφετέρου πράγματι η κυβέρνηση πασχίζει με κάθε τρόπο να επιτύχει συγκράτηση των τιμών.
Σε ποιους όμως. Μόνο στους ιδιώτες επιχειρηματίες. Γιατί το «κράτος πατερούλης» θέλει να δείξει στο λαό του ότι τον προστατεύει από τον αιμοδιψή βιομήχανο. Τον προστατεύει από τον αδηφάγο επιχειρηματία. Μιας και στην Ελλάδα το κέρδος από ιδιώτες είναι περίπου ποινικό αδίκημα. Το «κράτος πατερούλης» όμως δεν παρεμβαίνει καθόλου στα κρατικά μονοπώλια και δεν τα καταδικάζει όταν μιλάνε για ζημιές από το πετρέλαιο και τις άλλες πρώτες ύλες. Τα επιβραβεύει μάλιστα με γενναίες αυξήσεις όπως έγινε στη ΔΕΗ, στα μέσα μαζικής μεταφοράς και τώρα θα γίνει και με το νερό. Εκεί δεν εξετάζει το «κράτος πατερούλης» ούτε ότι γίνονται ζημιές, παρά τις αυξήσεις, ούτε ότι σε ένα χρόνο τα ίδια κρατικά μονοπώλια ζητούν και άλλες αυξήσεις.
Γιατί εκεί δεν μπορεί να κάνει τίποτε. Γιατί εκεί έχει και το ίδιο το κράτος συμφέροντα. Γιατί τα κρατικά μονοπώλια είναι και χώροι εξυπηρέτησης κομματικών και κυβερνητικών στόχων.
Έτσι το «κράτος πατερούλης» οδηγείται σε μαφιόζικες μεθόδους. Εμμέσους εκβιασμούς για φορολογικούς και άλλους ελέγχους. Παραπομπές στη χλεύη της κοινής γνώμης με δήθεν εξέταση τυχόν καρτέλ στις τιμές. Σπάσιμο των νεύρων των επιχειρηματιών με κωλυσιεργία στην εξέταση των υποθέσεων πιθανών καρτέλ. Ενεργοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών του ΙΚΑ, των υπηρεσιών προστασίας του περιβάλλοντος, των Νομαρχιών. Ακόμη και των Δημοτικών Αρχών αν ελέγχονται από τη συγκεκριμένη κυβέρνηση.
Και μετά: Και μετά απ΄ όλα αυτά το «κράτος πατερούλης» βγαίνει στο λαό και κομπάζει ότι συγκράτησε τις τιμές. Δεν του αποκαλύπτει, όμως, ότι δεν μπορεί να συγκρατήσει ούτε την οργή των επιχειρηματιών, ούτε τους ίδιους τους επιχειρηματίες από τη σκέψη να μεταναστεύσουν επιχειρηματικά σε μια άλλη γειτονική χώρα όπου οι κανόνες είναι ορατοί και τουλάχιστον περισσότερο ηθικοί.
Αρθρογράφος: Γιώργος Κράλογλου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)