Η μεγάλη αναντιστοιχία του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος σε σχέση με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, αποτελεί χρόνια τώρα το μεγάλο υπεύθυνο για το μεγαλύτερο μέρος της ανεργίας στη χώρα μας, που διατηρείται στα υψηλότερα επίπεδα, τουλάχιστον σε Ευρωπαϊκή κλίμακα.
Το εκπαιδευτικό μας σύστημα και ιδιαίτερα αυτό της ανώτατης παιδείας, συνεχίζει απτόητο να παράγει ανέργους. Οι απόψεις αυτές που υποστηρίζω εδώ και πολλά χρόνια με μελέτες, βιβλία, επιστημονικά και εκλαϊκευμένα άρθρα, ομιλίες, παλαιότερες παρεμβάσεις στη Βουλή, κλ.π., αντιμετωπίζονταν μέχρι πρόσφατα, με έντονη αμφισβήτηση έως και ειρωνεία από διάφορους κύκλους, και ειδικότερα από μερίδα της Πανεπιστημιακής κοινότητας.
Κύριο επιχείρημά τους είναι ότι μια τέτοια άποψη δε στηρίζεται σε ξεκάθαρα στατιστικά και ερευνητικά δεδομένα, ότι είναι μη αποδεκτό να συνδέεται η εκπαίδευση με την επαγγελματική αποκατάσταση και ότι γενικότερα πρόκειται για μια αντιδραστική και αποβλητέα θεώρηση των πραγμάτων.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat και άλλων διεθνών φορέων, αποδεικνύουν «του λόγου το αληθές». Σε έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη στρατηγική της Λισσαβόνας τον Οκτώβριο του 2007, επισημαίνεται ότι «ένας στους τρεις αποφοίτους ΑΕΙ στην Ελλάδα είναι άνεργος, ότι η ανεργία στους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα μας ανήλθε το 2006 σε 30%, ποσοστό δηλ. υπερδιπλάσιο από το μέσο όρο του 14% στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα όπου οι δείκτες της ανεργίας επιδεινώνονται όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο της εκπαίδευσης. Στους νέους με πρωτοβάθμια εκπαίδευση η ανεργία ανέρχεται σε 26,1%, στους αποφοίτους λυκείου και τεχνικών σχολών σε 26,1% και στους πτυχιούχους Πανεπιστημίου σε 30,1%. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι αντίστοιχοι μέσοι όροι είναι 21,2%, 15,5% και 13,7% αντίστοιχα». Παρόμοια δεδομένα περιέχονται σε απάντηση της Ε.Ε. στις 17/4/2007 σε ερώτηση του π. Ευρωβουλευτή και σήμερα Υπουργού Κ. Χατζηδάκη, καθώς και σε πληθώρα παρόμοιων άλλων επίσημων διεθνών πηγών.
Τα παραπάνω στοιχεία δεν αφήνουν την παραμικρή αμφισβήτηση για το όλο θέμα. Που αν γίνουν επιτέλους αποδεκτά, τότε εκείνο που επείγει είναι η προώθηση κατάλληλων μέτρων για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Δεν μπορεί να υπάρχει παιδεία, πολιτισμός και κοινωνική αρμονία σε μια φτωχή χώρα, αλλά πλούσια σε ανέργους.
Άμεσα αναγκαίο είναι να αναμορφωθούν τα προγράμματα σπουδών των ΑΕΙ στο πλαίσιο των σύγχρονων τάσεων της οικονομίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα εγκαταλειφθούν οι ανθρωπιστικές σπουδές που πρέπει να εμπεριέχονται σε όλα τα τμήματα των τμημάτων ΑΕΙ και ΤΕΙ.
Επίσης, χρειάζεται ριζική αναβάθμιση και εκσυγχρονισμός της επαγγελματικής εκπαίδευσης, της συνεχιζόμενης κατάρτισης και κυρίως του επαγγελματικού προσανατολισμού, σε συνδυασμό με την κατάρτιση ενός αξιόπιστου επίσημου χάρτη αναγκών της αγοράς εργασίας, στο σύνολο και στις επιμέρους περιφέρειες της χώρας.
Η Πολιτεία έχει χρέος να προειδοποιεί -χωρίς να ποδηγετεί- τους νέους και τους γονείς, ότι η μαζική επιλογή κορεσμένων εκπαιδευτικών κατευθύνσεων, όπως λ.χ. του γιατρού, του δικηγόρου, του φιλόλογου, του θεολόγου, του ιστορικού, του δημοσιογράφου, κλπ., οδηγεί στην ανεργία ή στην ετεροαπασχόληση. Παράλληλα, πρέπει να αποκλείεται η δημιουργία νέων πανεπιστημιακών κατευθύνσεων που συνδέονται με κορεσμένα επαγγέλματα. Κάτι που συνεχίζει να συμβαίνει, όπως έχει διαφανεί από τα πολλά νέα προπτυχιακά και κυρίως μεταπτυχιακά τμήματα που δημιουργούνται σε απίθανες μονοσήμαντες ειδικότητες, με ελάχιστο ή μηδενικό αντίκρισμα στην αγορά εργασίας.
Οι απόψεις που υποστηρίζουν ότι «η παιδεία αποτελεί αυτοσκοπό» και ότι δεν πρέπει να έχει καμία σχέση με την απασχόληση, μπορεί να ήταν ως ένα βαθμό δικαιολογημένες στο παρελθόν, όταν τα αγαθά της εκπαίδευσης ήταν προνόμιο κυρίως των υψηλών εισοδηματικών τάξεων, των οποίων οι γόνοι είχαν διασφαλισμένη την επαγγελματική αποκατάσταση. Οι «πρίγκιπες» δεν είχαν ούτε έχουν παρόμοια προβλήματα! Φυσικά στα Σοβιετικού τύπου μοντέλα κεντρικής οικονομικής διαχείρισης, ίσχυε ακριβώς το αντίθετο, ενώ παρόμοιες πρακτικές, δεν επιβιώνουν σε σύγχρονες ανεπτυγμένες χώρες. Εδώ στην «ιδιόμορφη Ελλάδα μας», υποστηρίζονται και επιβάλλονται από δήθεν ουμανιστικές αντιλήψεις περί παιδείας, που επενδύονται με κάλπικη προοδευτική φρασεολογία. Η οποία αντιπαρέρχεται το γεγονός ότι δεν υπάρχει τίποτα ποιο αντιδραστικό από την ανεργία. Στην πράξη, οι σαλονάτες αυτές «αριστεροδεξιές» απόψεις, στηρίζονται κυρίως σε ισχυρές ομάδες πίεσης πανεπιστημιακών και ερευνητών, οι οποίοι επιδιώκουν και επιτυγχάνουν την προώθηση της προσωπικής τους εξουσίας, του δικού τους κατεστημένου και συνήθως παρωχημένου τομέα, που έχει ελάχιστη ή καμιά επαφή με τις ανάγκες της καθημερινότητας.
Την ίδια ώρα ο επαγγελματικός προσανατολισμός στη χώρα μας, παραμένει ο φτωχός ή και στρεβλός συγγενής, όσον αφορά τις κυβερνητικές προτεραιότητες και καθηλώνεται στη μιζέρια του από ορισμένους παράγοντες.
Αυτές οι αντιλήψεις και πρακτικές, έχουν τραγικές συνέπειες για την οικονομία, για την απασχόληση και το εκπαιδευτικό σύστημα, που μεγεθύνει την παραγωγή ανέργων και υποσκάπτει τη μεγαλύτερη επένδυση της χώρας, την παιδεία. Η παιδεία η οποία θα πρέπει αφενός να παρέχει γενική και ουμανιστική μόρφωση, αλλά παράλληλα να ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο της εργασίας. Γιατί το δεύτερο είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρχει το πρώτο.
Δεν μπορεί να υπάρχει παιδεία, πολιτισμός και κοινωνική αρμονία σε μια φτωχή χώρα, αλλά πλούσια σε ανέργους. Και το ερώτημα που μπαίνει στην πράξη είναι : Θα μπορέσουν οι συναρμόδιοι Υπουργοί Οικονομίας, Εργασίας και Παιδείας, Αλογοσκούφης, Πετραλιά και Στυλιανίδης, να κάνουν πράξη ό,τι δεν έγινε μέχρι τώρα; Το ευχόμαστε αν και πολύ αμφιβάλλουμε, αφού το έχουμε ξαναδεί το έργο. Γιατί η δύναμη της πραγματικής αντίδρασης επενδυμένης με ψευτοπροοδευτική φρασεολογία, είναι και παραμένει πανίσχυρη στη χώρα μας.
Πηγή: http://www.capital.gr/news.asp?Details=541087
Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου